Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Ευθανασία: σκέψεις και προβληματισμοί

Το δίλημμα του τερματισμού της ζωής ενός πάσχοντος βασανίζει πιο συχνά απ΄ ό,τι φανταζόμαστε συγγενείς και γιατρούς. Υπάρχει όμως τρόπος να τεκμηριωθεί επιστημονικά και ηθικά μια τέτοια αναγκαιότητα;

Ο ηθοποιός των δύο Οσκαρ Μάικλ Κέιν «εξομολογήθηκε» πρόσφατα ότι βοήθησε, διά του γιατρού, τον πατέρα του να «φύγει» το 1995, ενώ ο ασθενής δεν ήταν σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του. Είχε κάνει ο γιος του το σωστό ή υπό το βάρος των τύψεών του ομολόγησε το παλαιό μυστικό του; «Κάποιος να με σκοτώσει» εκλιπαρεί ο παράλυτος Βρετανός Νίκλινσον, ο οποίος δεν μπορεί να διώξει από το σώμα του ούτε μια μύγα. Κατά πόσον όμως είναι ελεύθερη η βούληση και του ασθενούς αυτού;

Από την εποχή του Ιπποκράτη

Τo ζήτημα της ευθανασίας είχε τεθεί από την εποχή του Ιπποκράτη του Κώου, όπου στον ομώνυμο όρκο ο γιατρός ορκιζόταν «να μη δώσει ποτέ θανατηφόρο φάρμακο σε κανέναν αν το ζητούσε». Σήμερα το θέμα της ευθανασίας στροβιλίζεται ανάμεσα στη δίνη πολυποίκιλων απόψεων, ηθικοφιλοσοφικών, επιστημονικών, νομικοοικονομικών και πολιτικοκοινωνικών, δίχως όμως να συζητείται σε βάθος ο παρονομαστής της ελεύθερης βούλησης.

Ευθανασία σημαίνει την τεκμηριωμένη απόφαση και πράξη τερματισμού της ζωής ενός ανίατου αρρώστου. Πώς τεκμηριώνεται όμως μια τέτοια απόφαση; Στο γνωστό ολλανδικό μοντέλο λ.χ. κριτήρια είναι: το αίτημα του ασθενούς να είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης, να υποφέρει αφόρητα, να έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες ανακούφισής του, να γνωρίζει την κατάσταση και να υπάρχουν οι γνώμες δύο γιατρών. Ο χειρισμός του δικαιώματος να πεθάνει κάποιος διακρίνεται στην εκούσια ενεργητική ευθανασία ύστερα από πιεστική απαίτηση του ασθενούς και στη μη εκούσια παθητική ευθανασία που αφορά την ευθανάτωση ατόμων που δεν το ζήτησαν ποτέ.

Ποικιλία νομοθετικών ρυθμίσεων

Στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και πιο πρόσφατα (2009) στο Λουξεμβούργο η ευθανασία έχει αποποινικοποιηθεί. Νόμος για τη μη εκούσια παθητική ευθανασία ψηφίστηκε το 2009 στην Πολιτεία Ουάσιγκτον των ΗΠΑ και το 1999 στο Ορεγκον και αφορά ασθενείς με προσδόκιμο όριο ζωής μικρότερο των έξι μηνών. Η ευθανασία είναι από τα τελευταία ζητήματα που εντάσσονται στη νομοθεσία διαφόρων χωρών, με ορισμένες να μιμούνται το ολλανδικό μοντέλο, που όμως κατέληξε στο ότι μόνο 2% των θανάτων αποτελούν πράξεις εκούσιας ευθανασίας. Στην Ελλάδα ο νόμος είναι ιδιαίτερα σαφής και απαγορευτικός και δεν υπάρχει κοινωνική πίεση νομιμοποίησης της ευθανασίας.

Οι ναζιστές βέβαια είχαν απλοποιήσει τη λύση όταν έκαναν τον «αγώνα κατά των γενετικών νοσημάτων» θανατώνοντας 70.273 άτομα στους θαλάμους αερίων- αυτοί όμως ήταν ναζιστές και ο ελεύθερος κόσμος δεν είναι. Ωστόσο βλέπουμε να υπάρχουν χώρες που αποποινικοποιούν την ευθανασία παρακάμπτοντας και απλοποιώντας πολλά πράγματα, με αποτέλεσμα να ενίστανται οι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι που πίσω από την ανοχή της ευθανασίας βλέπουν και οικονομικά κίνητρα για ασφαλιστικούς λ.χ. οργανισμούς ή ακόμη και κληρονόμους, τα οποία υποβαθμίζουν τη σημασία της ανθρώπινης ζωής.

Πότε εγείρεται το ζήτημα

Η μόνη περίπτωση νομιμοποίησης της ευθανασίας που συζητείται σοβαρά είναι η ύπαρξη πλήρους εγκεφαλικού θανάτου- και του φλοιού του, δηλαδή, και του στελέχους του, όχι του μερικού, καθώς παρουσιάστηκαν περιπτώσεις ανάνηψης ασθενών που ήταν πολλά χρόνια σε κώμα. Φιλοσοφικοηθικά σοφίσματα του τύπου ότι δεν υπάρχει ηθικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στη θανάτωση κάποιου και στο να τον αφήσουμε να πεθάνει δεν έχουν ιδιαίτερη ισχύ- ή ακόμη ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στο δικαίωμα της άρνησης θεραπείας από κάποιον και της παρεμβατικής ευθανάτωσής του.

Δεν υπάρχει επίσης διεθνής συμφωνία σχετική με την ηθική διαφορά στο να αφήσουμε λ.χ. ένα βαριά ανάπηρο νεογέννητο να πεθάνει ή να το σκοτώσουμε. Δηλαδή, θα πρέπει να αποφασίσει η φύση για το τέλος ή θα διαπραχθεί έγκλημα; Στη συζήτηση αυτή δεν πρέπει να συγχέονται οι ανάγκες του παιδιού με εκείνες των γονιών ή της κοινωνίας ούτε να επιβάλλονται οι αξίες των γονιών και της κοινωνίας πάνω στα δικαιώματα του παιδιού.

Στον ίδιο τόνο ευθανατικά επιχειρήματα της μορφής ότι ο ασθενής θα υποφέρει άσκοπα ή τα περί αυτοδιάθεσης του εαυτού μας, περί αυτόνομων υπάρξεων και άλλα σχετικά έχουν νόημα για άλλα πράγματα, όχι όμως για τη ζωή και τον θάνατο. Διότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ζώο με πολυποίκιλους δεσμούς αγάπης που ενδυναμώνονται και με τον πόνο. Γι΄ αυτό η διάσπαση τέτοιων δεσμών προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις. Σε άλλο επίπεδο, βέβαια, η Εκκλησία θεωρεί ότι ο ασθενής δεν μπορεί να παραιτηθεί από ένα καθήκον (της ζωής) που οφείλει στον Θεό, το οποίο μόνο αυτός μπορεί να επιτελέσει.

Πόσο ελεύθερη είναι η βούληση;
Ωστόσο οι συγκλίνουσες αυτές προβολές θα πρέπει να εκταθούν στο κατά πόσον είναι ελεύθερη η βούληση του ανθρώπου, ακόμη και του υγιούς. Διότι η σκέψη μας αντανακλάται μέσα από το κοσμοείδωλο που μορφοποιούμε διά της μάθησης, της γνώσης, των εμπειριών, χωρίς όμως να κατακτούμε ποτέ την απόλυτη αλήθεια, καθώς τα γονίδια από μόνα τους δεν αρκούν για την ελεύθερη βούλησή μας- το παιδαγωγικό περιβάλλον είναι εξίσου ή και περισσότερο καταλυτικό.


Ο ιπποκρατικός αφορισμός «ωφελέειν ή μη βλάπτειν» («να ωφελεί ο γιατρός παρά να βλάπτει») διαστρεβλώνεται κι αυτός με το επιχείρημα ότι είναι προτιμότερο να ευθανατώνουμε τους ανίατους προκειμένου να μην τους προξενήσουμε υπέρμετρη βλάβη! Με τον ιλιγγιώδη όμως ρυθμό που καλπάζει η σύγχρονη βιοϊατρική γνώση ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η ανακουφιστική και παρηγορητική παράταση της ζωής ενός ανίατου ασθενούς δεν είναι εφικτή σήμερα και ενδεχομένως η ίασή του πολύ σύντομα;

Ο κάθε ευσυνείδητος και πεπαιδευμένος λοιπόν γιατρός ή συγγενής θα πρέπει να θυμάται τις ηθικές ιατρικές αρχές του Ιπποκράτη περί φιλανθρωπίας, φιλευσπλαχνίας και αφοσίωσης στον άρρωστο δρώντας ανάλογα, επιβραδύνοντας ανακουφιστικά τον θάνατο και όχι επιταχύνοντάς τον· να αξιολογεί, δηλαδή, σωστά τις δήθεν συνηγορούσες ακραίες ευθανατικές συνθήκες προκειμένου να αποτραπεί ο ασθενής από την επιθυμία για υποβοηθούμενη αυτοκτονία, καθώς ο πόνος και η απογοήτευσή του καμπυλώνουν την ελεύθερη βούλησή του. Αλλωστε είναι γνωστές περιπτώσεις πλήρους αλλαγής της βούλησης για τη ζωή διασωσμένων από επιχειρηθείσα αυτοκτονία. Στο ερώτημα λοιπόν πότε επιτρέπεται σε έναν γιατρό να σταματήσει τη ζωή ενός ασθενούς η απάντηση είναι ποτέ.

Διότι, όπως είχε γράψει και ο Ευγένιος Βούλγαρης στη Διατριβή του περί ευθανασίας το 1804, «ελεύθερος είναι εκείνος που ούτε αγωνιά και λυπάται πολύ ούτε ταράζεται και φοβάται χωρίς μέτρο όταν θυμάται το επισφράγισμα της παρούσας ζωής του, δηλαδή το τέλος, τον θάνατο». Πόσο ελεύθερος λοιπόν είναι ένας ανίατος ασθενής που αγωνιά, λυπάται και φοβάται τους πόνους του; Και συνακόλουθα πόσο ελεύθερη βούληση εκφράζει όταν πιέζει για να «φύγει»; Αλλά πόσο ελεύθερος είναι συνειδησιακά και ο επιχειρών την ευθανασία άλλου;

Οι απαντήσεις είναι αυτονόητες. Και όταν ο ευθανατικός πυλώνας είναι η ύπαρξη ελεύθερης βούλησης του ασθενούς, που συνήθως δεν υπάρχει, τότε όλο το οικοδόμημα καταντά αίολο. Γι΄ αυτό θα πρέπει να αρχίσει μια άλλη συζήτηση που να βασίζεται όχι στη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής αλλά στη βιολογική αντίληψή της, για να μην καταντά τραγέλαφος η διελκυστίνδα ανάμεσα στη ματαιότητα της αθανασίας που επιδιώκουν ορισμένοι και στην αδικία της ευθανασίας που καλλιεργούν άλλοι.
Ο κ. Στ. Ν. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής.


πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...